Search form

Πλροφορίες για εμβατήρια

Κατά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1828), αλλά και μετέπειτα, κανέναν δεν απασχόλησε η καθιέρωση «Εθνικού 'Υμνου» (άλλωστε και η «Μασσαλιώτιδα» υιοθετήθηκε επίσημα ως «Εθνικός 'Υμνος» της Γαλλίας μόλις το 1946, ο δε αμερικανικός «Εθνικός 'Υμνος» επισημοποιήθηκε μόλις το 1931!). Την «εθνική» μουσική ανάγκη κάλυπταν γαλλικά εμβατήριο, που παίζονταν από τη Μουσική του Στρατού στις σπάνιες επίσημες περιστάσεις (1828-31).

Από την εγκατάσταση του .Όθωνα, ως «Βασιλικός» και «Εθνικός 'Υμνος» παίζονταν ο αντίστοιχος βαυαρικός, που του είχαν προσαρμόσει «ασορτί» ελληνικούς πατριωτικούς στίχους, παρότι ο «'Υμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού (1798 - 1857) δεν ήταν άγνωστος, όντας ήδη μελοποιημένος από τον Νικόλαο Μάντζαρο (1828-1830) στην Κέρκυρα (για 4φωνη ανδρική χορωδία και με χρήση λαϊκών σκοπών/μοτίβων).

Ο Μάντζαρος επιχείρησε και άλλες μελοποιήσεις (2η το 1837 και 3η το 1839-40), υποβάλλοντας το έργο στον "Όθωνα και ευελπιστώντας να γίνει δεκτό ως «Εθνικός 'Υμνος (4η μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844). Όμως το έργο (στίχοι και μελωδία) έγινε δεκτό μόνο ως «επιτυχής σύνθεσις» και ο Μάντζαρος τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος (Ιούνιος 1845), ενώ ο Σολωμός πήρε τον Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος 4 χρόνια αργότερα (1849). Ο Μάντζαρος το 1861 επιχείρησε και 5η μελοποίηση (μετά από ενδιαφέρον του Υπουργείου Στρατιωτικών, που ήθελε να εξασφαλίσει εθνικά θούρια ως εμβατήριο).

Στο μεταξύ, στην Επτάνησα είχε ήδη επικρατήσει η 1η μελοποίηση, που παίζονταν συχνότατα και πάντα ενθουσίαζε τους ακροατές της. Αυτή τη μελοποίηση χρησιμοποίησε η «Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας», όταν ο νέος βασιλιάς Γεώργιος ο Α΄επισκέφθηκε το 1865 το νησί. Το έργο προκάλεσε τόση εντύπωση, ώστε ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικός παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να παίζεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον βασιλέα των Ελλήνων ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως «Εθνικός 'Υμνος» της Ελλάδος.

Η 1η έκδοση του «Εθνικού 'Υμνου» (τονισμένου κατά την αρχική μελοποίηση του ποιήματος του Δ. Σολωμού από τον Ν. Μάντζαρο) έγινε το 1873 στο Λονδίνο, έναν χρόνο μετά το θάνατο του συνθέτη του. Αναφέρεται επίσης ότι και ο ίδιος ο Σολωμός είχε μελοποιήσει το ποίημά του, σύνθεση που όμως επισκιάστηκε από την αντίστοιχη του Μάντζαρου. Υπενθυμίζουμε ότι ο Σολωμός πέθανε χωρίς να δει τον «'Υμνο» του επισημοποιημένο ως «Εθνικό 'Υμνο» της πατρίδας του.

ΣΤΙΧΟΙ:

Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετρά τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εμβατήριο σε μουσική του Τχου Ε.Α. Ελευθερίου Μαυρομμάτη (Χανιά 1895) τέως Δντού Μουσικού Σώματος και ποίηση Τχου Κ. Γκικόπουλου.

ΣΤΙΧΟΙ:

Πάνω κει στης Πίνδου μας τις κορφές
που θαρρείς τ’ αστέρια φυλούνε
κάθε νύχτα χίλιες αγνές μορφές
τα πυκνά σκοτάδια ερευνούν

Της Πατρίδας πάντα πιστοί φρουροί
τον εχθρό να `ρθει καρτερούνε
τον εχθρό που πίστευε πως μπορεί
στην Ελλάδα νικητής να μπει

Η νύχτα φεύγει σβήνουν τ’ αστέρια
τ’ αγρίμια πάνε να κρυφτούν
μα της Ελλάδας μας τα ξεφτέρια
δε θε να παν ν’ αναπαυτούν

Εχθροί μιλιούνια ντροπή αιώνια
τ’ άγια μας σύνορα περνούν
και με ντουφέκια και με κανόνια
σίδερο και φωτιά σκορπούν

Οι γενναίοι μας με τη λόγχη ορμούν
τον εχθρό με λύσσα χτυπούνε
είναι λίγοι, μα τους πολλούς νικούν
κι απ’ τη γη μας πέρα τους πετούν

ΣΤΙΧΟΙ:

Περνάει ο Στρατός
της Ελλάδος Φρουρός
του κάθε της εχθρού
ο σκληρός τιμωρός
στο πέρασμά του τρέμει
η Γη όπου πατεί
και προς τη Δόξα
προχωρεί
 
Περνάει ο Στρατός
κι οι τρομπέτες ηχούν
και Δόξες μας παλιές
στην ψυχή μας ξυπνούν
στο διάβα του η Νίκη
πετά χαρωπά
και δαφνοστέφανα
σκορπά
 
Καμαρωτά περνούν
τα Φανταράκια μας
γεμάτα Λεβεντιά
το Ιππικό
οι Πυροβολητές και
τα γεράκια μας
παντού σκορπούν
Θανατικό
 
Περνούν Λεβέντες
της Μακεδονίας μας
της Θράκης των Νησιών
και του Μοριά
της Ρούμελης και
Ήπειρο-Θεσσαλίας μας
με Σύνθημα
τη Λευτεριά
 
Με τέτοιο
λαμπρό Στρατό
νικούμε κάθε
μας εχθρό
και σαν
ξαναχρειαστεί
η Ελλάδα να
δοξαστεί
 
Τότε όλοι μαζί
θα τρέξουμε
στη Γραμμή
και στη γενναία
μας ορμή
τα όπλα μας
θα στέψει
η Νίκη
και η Τιμή

 

Διασκευή του Βαυαρικού εμβατηρίου στο οποίο προσαρμόστηκαν ελληνικοί στίχοι. Μουσική - στίχοι - διασκευή αγνώστων.

ΣΤΙΧΟΙ:

Μαύρ' είν' η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ' άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.

Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό,
κ' ελπίδα το τουφέκι.

Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι·
μ' ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήσει με τιμή,
και να πεθάνει ξέρει.

Τον κόσμ' ο δόλος διοικεί
κι η άδικ' ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.

Αποτελεί διασκευή του Άνχη ε.α. Ιπποκράτη Αθανασιάδη από παραδοσιακό Μακεδονικό χορό, το οποίο διατηρεί την μελωδική γραμμή του, αλλά έχει έντονη ρυθμική αγωγή και δύναται να εκτελείται ως εμβατήριο. Από το 1992 και έκτοτε παιανίζεται συνεχώς σε εκδηλώσεις ενισχύοντας και προβάλλοντας την Ελληνικότητα της Μακεδονίας.

ΣΤΙΧΟΙ:

Μακεδονία ξακουστή
του Αλεξάνδρου η χώρα,
που έδιωξες τους βάρβαρους
κι ελεύθερη είσαι τώρα!

ήσουν και θα ΄σαι ελληνική,
Ελλήνων το καμάρι,
κι εμείς Ελληνόπουλα
σου πλέκουμε στεφάνι

Οι Μακεδόνες δεν μπορούν
να ζούνε σκλαβωμένοι,
όλα κι αν τα χάσουνε
η λευτεριά τους μένει!

Το διαμαντένιο στέμα σου
για βάλε στο κεφάλι,
για να σ' αντικρίζουμε
Μακεδονία πάλι! (ή μετγ. περήφανα και πάλι)

Μακεδονόπουλα μικρά
τώρα καί σείς χαρείτε,
πρωτού καί σείς στά βάσανα,
όλου τού κόσμου μπείτε.

Εμβατήριο σε μουσική του Ανχου ε. α. Μαργαρίτη Καστέλλη (Λαϊστα Ζαγορίων Ιωαννίνων 1907) τέως Δντού Μουσικού Σώματος μη διαθέτον στίχους. Αποτελεί το «εντεχνότερο ελληνικό εμβατήριο» (κατά τον Νικηθόρο Νευράκη).

Εμβατήριο σε μουσική του Τχου ε.α. Σπυρίδωνος Καίσαρη (Κέρκυρα 1857 - Αθήνα 1946) τέως Γενικού Επιθεωρητού Στρατιωτικών Μουσικών και ποίηση Α. Παράσχου.

ΣΤΙΧΟΙ:

Σκέπασε, Μάνα σκέπασε, γαλανομάτα κόρη
Καθώς εσκέπασες κι εμάς, και τ΄ άλλα τα παιδιά σου,
Ροβόλα χώρες και χωριά, και θάλασσες και όρη
Και βάλε τα μεσ' την πλατειά, και γαλανή σκιά σου
Λυπήσου τόσα ορφανά αστέρια τ' ουρανού σου
Και με τον ίσιο σκέπασε και κείνα του σταυρού σου.
Τόσοι χειμώνες σκοτεινοί επέρασαν και χρόνια
Τόσων καιρών ελιώσανε καταραμένα χρόνια

Εμβατήριο σε μουσική και ποίηση του Α. Αλκαίου.

ΣΤΙΧΟΙ:

Είμαι εγώ ο ναύτης του Αιγαίου,
κρεβάτι έχω τα πλατεία νερά
και για την ένδοξη Πατρίδα
είμαι όλο φλόγα και καρδιά.

Με την ανδρεία του Μιαούλη
και με του Βότση την ψυχή,
τον δυστυχή εχθρό εγώ τρομάζω
και δεν τολμά να κινηθεί.

Εγώ της θάλασσας δελφίνι
τις τρικυμίες όλες αψηφώ
και περιμένω να’ ρθει η ώρα
να πολεμήσω τον εχθρό.

Να του κολλήσω μια τορπίλα
το έταξα εγώ στην Παναγιά
κι ένα καράβι του να θάψω
στου Πόντου τα βαθειά νερά.

Είμαι εγώ ο ναύτης του Αιγαίου,
άλλος εγώ Θεμιστοκλής,
απόγονος εγώ της Μπουμπουλίνας
και του Πιπίνου συγγενής.

Αϊ Νικόλα μας βοήθα
τον Στόλο πάντα, πάντα να νικά,
Να προστατεύει όλη την Ελλάδα,
Την Κύπρο μας και τα νησιά.

Εμβατήριο σε μουσική του Τχου ε.α. Σπυρίδωνος Καίσαρη (Κέρκυρα 1857 - Αθήνα 1946) τέως Γενικού Επιθεωρητού Στρατιωτικών Μουσικών και ποίηση Aντγου ε.α.Φραντζή Α. Γράφτηκε πριν το 1937.

ΣΤΙΧΟΙ:

Ο Αεροπόρος
Αεροπόρος θα γενώ
στην γη να μην αγγίζω
να ΄μαι ψηλά στον ουρανό
τα σύννεφα να σκίζω

Ψυχή και σώμα δυνατό
σαν πιάνω το τιμόνι
να γίνομαι πότε αετός
και πότε χελιδόνι

Και αν η μοίρα το καλεί
μια μέρα να πεθάνω
θέλω του Χάρου το φιλί
μες το αεροπλάνο.

 

Εμβατήριο διασκευασμένο από τον Ανχη ε.α. Αναστάσιο Ρεμούνδο (Νύμθιο Μ. Ασίας 1919), αγνώστου συνθέτη. Από τα παλαιότερα ελληνικά εμβατήρια που τραγουδιόταν κατά τους αγώνες του στρατού μας στην Μικρά Ασία.

ΣΤΙΧΟΙ:

Εν δυό εν δυό φουστανέλλα τσαρούχ’, φούντα, φέσ’,
καμάρ’ λεβεντιά, περηφάνεια
και μύτες τσαρουχιών με κορφές.

Εν δυό εν δυό φουστανέλλα τσαρούχ’, φούντα, φέσ’,
καμάρ’ λεβεντιά, περηφάνεια,
σουστός διπλωμένος κατφές.

Εγώ μ’ ιγώ βζουνάκι γουργό,
που ζω στουν κόσμου τιμημένα,
ποιος κουραμπιές, ποιο ... τισκεμπές
μπορεί να βγη μπροστά σε μένα.

Με ναζ γυρνώ κάθε στενό
κουρπώντας ‘δώ κ’ εκεί τ’ μάτια μου
κι’ όποια με κυττάζ, όψες αλλάζ’
και γαργαλιέται απ’ τη λιβιντιά μου.

Εν δυό εν δυό κλπ.

Πίνω-νηρό, τρώω ψουμί ξηρό,
φτιρά μ’ έχου τα δυό μ’ τσαρουχάκια μ’,
με λεν’ Μητρούς, μα’ στο γιουρούσ’
αλλοί σ’ αυτόν που πεσ’ στανυχάκια μ’.

Σαν ζλάπ πηδάου, σαν φείδι λιγάου,
στη διάβα μ’ λιές κι’ ου κόσμος κνιέται
Τέλος με μια μ’ γυροβολιά μ’
η Ελλάδα μας ξαναγιννιέται.

 

ΣΤΙΧΟΙ:

Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν,
σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά,
με κανόνια τις πόλεις χαλάσαν,
μας ανάψαν φωτιές στα χωριά.
Μα οι εχθροί μας πια τώρα σκορπίσαν
και ξανάρθε σε μας λευτεριά,
για να φτιάξουμε τα όσα γκρεμίσαν,
ας κοιτάξουμε τώρα μπροστά.

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει,
δεν την σκιάζει φοβέρα καμμιά,
μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει
και ξανά προς την δόξα τραβά. (δις)

Νέα δύναμη το Έθνος να πάρει,
σαν και πριν να βαδίσουμε εμπρός
κι ο καινούργιος Στρατός με καμάρι
να σταθεί των συνόρων φρουρός.
Ολόρθη μες τον ήλιο προβάλλει,
και ψηλά το κεφάλι κρατεί
μια πατρίδα πολύ πιο μεγάλη,
μια πατρίδα πολύ πιο τρανή.

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει κλπ.

 

ΣΤΙΧΟΙ:

Όλη η δόξα όλη η χάρη
Άγια μέρα ξημερώνει
και τη μνήμη σου το Έθνος
χαιρετά γονατιστό.

Και τα στήθη όλο φλόγα
με τον ήλιο σου πληρώνει,
που χρυσός με περηφάνεια
περπατεί στον ουρανό.

Στην Άγια Λαύρα πρώτα
χρυσές ακτίνες ρίχνει
και του θείου Ιεράρχη
χαιρετίζει τη σκιά.

Τη γαλάζια μας Σημαία
με τη χάρη του λαμπρύνει
που λεβέντες πρώτ’ ανάψαν
του πολέμου τη φωτιά.

Ομορφιά και δόξα δίνει
Όπου γης αιματωμένη
απ’ το τιμημένο αίμα
των παιδιών της κλεφτουριάς.

Τ’ άγιο χώμα χαιρετάει
και περήφανα διαβαίνει
από τα Ψαρά στο Σούλι
και στο Χάνι της Γραβιάς.

 

ΣΤΙΧΟΙ:

Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη,
τα βαρειά της τα σίδερα σπά
και σαν πρώτα χτυπιέται, χτυπά
και γοργή κατεβαίνει.

Με μεγάλο θεόρατο δόρυ,
όλη νειάτα πετά και ζωή
και σε τόση φωτιά και βοή
τρέμουν δάση και όρη.

Χτύπα, χτύπα, της θάλασσας Σούλι
Χτύπα, κόρη γλυκειά του γιαλού
Εδώ άνδρες παλεύουν, αλλού
Ζουν γυναίκες ως δούλοι.

Απ’ εδώ Σελινιώτες, Λακιώτες,
απ’ εκεί στην φωτιά Σφακιανοί,
Να βοΐζει παντού μια φωνή,
σταις σπαθιαίς μας ταις πρώταις.

 

ΣΤΙΧΟΙ:

Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των Μακεδόνων
την χώρα την Ελληνική, το χάρμα των αιώνων.
Στη γη που η Ελλάδα μας την έχει για καμάρι,
δεν θα πατήσει βάρβαρος, εχθρός δεν θα την πάρει.
Δεν θα πατήσει βάρβαρος,
εχθρός δεν θα την πάρει.

Την χώρα των προγόνων μας κανείς δεν θα την πάρει,
γιατ’ είναι χώρα ελληνική, της Μάνας γης καμάρι.
Δεν θα πατήσουνε ποτέ το χώμα που αιώνες
πότισαν για την λευτεριά με αίμα οι Μακεδόνες.

Για την Μακεδονία μας, Ελλάδα μας γενναία,
σκληρά θα πολεμήσομε τον κάθε επιδρομέα.
Στρατός φτερά και ναυτικό, κρατούν γερά την λόγχη,
για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο «Μέγα όχι».